Το 1995 ήμασταν ήδη δυο χρόνια αγρότες .
Φύγαμε από την Αθήνα και πήγαμε σε ένα χωριό έξω από την Λαμία. Φτιάξαμε μια μικρή φάρμα στο χωριό με κότες, πάπιες, μοσχαράκια, κατσίκα, κουνέλια, και ασχολιόμασταν με την καλλιέργεια κηπευτικών στον κάμπο του Σπερχειού.
¨Αναγκαστικά¨ άρχισα να γνωρίζω την οικιακή οικονομία για να διαχειριστώ τα προϊόντα της φάρμας.
Ανέκρινα όλες τις γιαγιάδες του χωριού, διάβαζα, δοκίμαζα και έκανα πράξη όσα μάθαινα. Το τραπέζι μας άρχισε να γεμίζει με δικά μας προϊόντα, τυρί από την κατσίκα, αυγά, ψωμί, πελτέδες, λιαστές ντομάτες, λαχανικά για όλο τον χρόνο, ελιές, χυλοπίτες, μαρμελάδες, τραχανάς, τουρσιά, γλυκά κουταλιού, κρέας, σάλτσες, λίπος, αλλαντικά, και με την βοήθεια της μαγειρικής που μου άρεσε από μικρή, πήρα την παράδοση και άρχισα να κάνω και δικά μου. Δοκιμές, επιτυχίες, αποτυχίες.  Ήταν το Πανεπιστήμιο μου!
Ένας μαγικός κόσμος !! Ένας θησαυρός! Μέσα στις κατσαρόλες!
Στο τέλος του καλοκαιριού αποφάσισα να ασχοληθώ πιο επαγγελματικά με την μεταποίηση Είχαν αρχίσει τα βαζάκια να μου μιλάνε και έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να βρουν το όνομα τους και να αρχίσουν να ταξιδεύουν. Δεν τους έφτανε το ράφι του σπιτιού.
Σε ένα ταξίδι στην Αθήνα όπως έκανα μια στο τόσο για να δω τους δικούς μου και τους φίλους, πήγα και από τον Θανάση. Απαραίτητη στάση, για την καλύτερη φιλοξενία με ωραία τσαγάκια και κουβεντούλα και προμήθειες από τα καλούδια μας.
Πάντα οι κουβέντες με τον Θανάση ξεκαθάριζαν το τοπίο.
Λίγοι άνθρωποι στην ζωή μας μπορούν να ασχοληθούν με τα προσωπικά μας προβλήματα. Ο Θανάσης ήταν τέτοιος άνθρωπος. Ασχολιόταν με όλους τους φίλους του ουσιαστικά και μερικές φορές και ενοχλητικά.
Ήταν ο άνθρωπος που με έφερνε σε επαφή με την πραγματικότητα. Ήθελα να μιλήσω με κάποιον που θα τολμήσει να μου πει αυτό ακριβώς που σκεφτόταν, χωρίς να σκεφτεί αν θα μου άρεσε ή όχι. Η αγάπη του ήταν δεδομένη. Ήταν ο δεύτερος μπαμπάς.
Ήταν αυτός που μου έκανε δώρο 100,000 δραχμές και πήρα μια φιάλη υγραερίου, ένα μάτι, μια μεγάλη κατσαρόλα, ένα τσουβάλι ζάχαρη και βαζάκια για να ξεκινήσω να φτιάχνω τα προϊόντα που έφτιαχνα για το σπίτι αλλά για να τα πουλήσω.
Και το επόμενο βήμα ήταν να βρούμε ένα όνομα για τα προϊόντα.
Καθόμασταν στην αυλή του στο νεοκλασικό σπίτι του στο Μετς και πίναμε καφέ και ψάχναμε να βρούμε το όνομα.
Ψάχναμε μια μικρή λέξη που να σου θυμίζει φαγητό, να είναι εύηχη, να είναι χαρούμενη, να σου μένει στο μυαλό….
Ειπώθηκαν πολλά και κάποια στιγμή βρήκαμε το «γιαμ»
Ο Θανάσης ήταν ο Νονός και ο χορηγός και σχεδίασε την εικόνα μας! Σχεδίασε με τα μολύβια του πολλά βαζάκια, πολλές ετικέτες με όλες τις λεπτομέρειες. Τα πρώτα βαζάκια είχαν χειροποίητες ετικέτες, μετά κάναμε φωτοτυπίες και όταν άρχισαν να πουλιούνται σε καταστήματα αρχίσαμε να τις τυπώνουμε σε τυπογραφείο..
Πέρασαν πολλά χρόνια, ο Θανάσης δεν είναι πια κοντά μας, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάθε μέρα παντού γύρω μας.
Μας βάφτισε και πάντα θα είναι μαζί μας!

Αύρα Πανουσοπούλου